Η πολιτική τοξικότητα ως fast food επικοινωνίας: από τις εικόνες και τους υπαινιγμούς στην υποβάθμιση του πολιτικού διαλόγου

Ανάλυση της πολιτικής τοξικότητας στα social media της Μυκόνου, μέσα από εικόνες, υπαινιγμούς και ψευδή αρνητική πολιτική διαφήμιση, η οποία ενδέχεται να συνιστά ακόμη και ποινικό αδίκημα, με θεσμική ανάγνωση του δημόσιου διαλόγου και των επικοινωνιακών πρακτικών.

Η πολιτική τοξικότητα ως fast food επικοινωνίας: από τις εικόνες και τους υπαινιγμούς στην υποβάθμιση του πολιτικού διαλόγου

Στη σύγχρονη πολιτική επικοινωνία, η εικόνα συχνά προηγείται της σκέψης και το συναίσθημα υπερισχύει της τεκμηρίωσης. Στη Μύκονο, ωστόσο, η εικόνα δεν λειτουργεί απλώς ως μέσο· μετατρέπεται στο ίδιο το πεδίο της πολιτικής σύγκρουσης. Η πρόσφατη διακίνηση ψηφιακών κολάζ στα social media, τα οποία συνδέουν τον Δήμαρχο Χρήστο Βερώνη και τη δημοτική παράταξη «Μύκονος Πρώτη Ξανά» με τη φημολογούμενη έλευση των McDonald’s στους εμβληματικούς Μύλους, δεν συνιστά απλώς κακόγουστη σάτιρα. Αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αρνητικής πολιτικής διαφήμισης (negative campaigning), βασισμένης σε υπαινιγμούς και ανακρίβειες, η οποία, όταν είναι ψευδής και στοχευμένη, δύναται να εγείρει ακόμη και ζητήματα ποινικής φύσεως.

Η σημειολογία των συγκεκριμένων εικόνων είναι σαφής και επιθετική. Μέσω της τεχνικής της οπτικής αντιπαράθεσης (visual juxtaposition), το πρόσωπο του Δημάρχου τοποθετείται ανάμεσα σε δύο αντιθετικά σύμβολα:

  • από τη μία οι Μύλοι, το απόλυτο τοπόσημο της ιστορικής και πολιτιστικής ταυτότητας της Μυκόνου, και
  • από την άλλη το λογότυπο μιας πολυεθνικής αλυσίδας fast food, σύμβολο μαζικής κατανάλωσης και πολιτισμικής ομογενοποίησης.

Η υποσυνείδητη στόχευση είναι προφανής: η μεταφορά της ευθύνης για μια υποτιθέμενη «βεβήλωση» απευθείας στον Δήμαρχο, ανεξαρτήτως πραγματικών αρμοδιοτήτων, θεσμικών ρόλων ή νόμιμων διαδικασιών.

Ακόμη πιο επιθετική είναι η δεύτερη οπτική κατασκευή, όπου εφαρμόζεται η τεχνική του brand hijacking. Η αντικατάσταση του γράμματος «Μ» στο λογότυπο και στο σύνθημα της παράταξης από τη λεγόμενη «Χρυσή Αψίδα» επιχειρεί να αλλοιώσει το πολιτικό DNA του συνδυασμού, ταυτίζοντάς τον συμβολικά με επιχειρηματικά συμφέροντα. Η φράση «ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΜΑΣ» αποκτά έτσι μια σκόπιμα κυνική διάσταση, υπονοώντας ότι το όραμα της δημοτικής αρχής δεν αφορά τη βιώσιμη ανάπτυξη και την προστασία της φυσιογνωμίας του νησιού, αλλά την άκριτη εμπορευματοποίηση.

Εκεί όμως που η πολιτική εργαλειοποίηση της εικόνας αποκαλύπτει το πραγματικό της έλλειμμα είναι στα ερωτήματα που αποφεύγει επιμελώς να θέσει. Ο διακινητής αυτών των ψηφιακών κολάζ δεν αισθάνεται την ανάγκη να αναφερθεί - ούτε καν να σχολιάσει - το γεγονός ότι πρόσωπο του στενού του περιβάλλοντος, πολιτικά και προσωπικά «οικείο», ήταν εκείνο που πρώτο έθεσε δημόσια το ζήτημα της εγκατάστασης της συγκεκριμένης επιχείρησης στους Μύλους και μάλιστα εισηγήθηκε τη χορήγηση άδειας λειτουργίας. Η επιλεκτική σιωπή δεν είναι τυχαία· αποτελεί βασικό στοιχείο της χειραγωγητικής αφήγησης.

Παράλληλα, αποσιωπάται συστηματικά ένα κρίσιμο θεσμικό δεδομένο: οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν έχουν έως σήμερα γνωμοδοτήσει για την ταυτότητα της επιχείρησης εστίασης. Οποιαδήποτε οριστική σύνδεση με συγκεκριμένο brand αποτελεί αυθαίρετο συμπέρασμα, χωρίς διοικητικό ή νομικό έρεισμα. Κι όμως, αυτή η ανυπαρξία επίσημης γνωμοδότησης δεν εμποδίζει τη διασπορά βεβαιοτήτων και την κατασκευή ενόχων στο επίπεδο της εικόνας.

Πίσω από τον θόρυβο και την επιθετικότητα των γραφικών, αναδύεται μια βαθύτερη πολιτική αδυναμία. Η συγκεκριμένη επικοινωνιακή τακτική εδράζεται σε απλοϊκό λαϊκισμό, που αναπαράγει το στερεότυπο «ο Δήμαρχος φταίει για όλα», αγνοώντας επιδεικτικά τις σύνθετες και υπερκείμενες διαδικασίες αδειοδότησης, ιδίως σε προστατευόμενες ζώνες. Η πρόχειρη αισθητική και το χοντροκομμένο Photoshop συμπληρώνουν την εικόνα μιας επικοινωνίας εμπάθειας, όχι σοβαρής και τεκμηριωμένης πολιτικής κριτικής.

Το πιο αποκαλυπτικό, ωστόσο, στοιχείο είναι η πλήρης απουσία αντιπρότασης. Οι εικόνες δεν αρθρώνουν πολιτικό λόγο, δεν καταθέτουν εναλλακτικό σχέδιο, δεν συμβάλλουν σε ουσιαστικό διάλογο για το μέλλον της Μυκόνου. Επενδύουν αποκλειστικά στην τοξικότητα, επιβεβαιώνοντας ότι πρόκειται για μια παρωχημένη επικοινωνιακή «μουτζούρα», που περισσότερο υποτιμά τη νοημοσύνη της κοινωνίας παρά την πείθει.

Σε τελική ανάλυση, η πολιτική δεν είναι fast food για να καταναλώνεται βιαστικά και αμάσητα. Όσοι επιλέγουν να τη σερβίρουν ως «Happy Meal» εικόνων, υπαινιγμών και μισών αληθειών, ρισκάρουν να μείνουν τελικά μόνο με το ψεύδος και τη χοληστερίνη της τοξικότητας. Η θεσμική απάντηση βρίσκεται αλλού: στη διαφάνεια, στην τεκμηρίωση και στην υπεράσπιση ενός δημόσιου λόγου όπου η εικόνα δεν υποκαθιστά την πολιτική, αλλά υπηρετεί την αλήθεια.