Tax Scrutiny: Πότε ζητάει αποδείξεις η εφορία για μετρητά, καταθέσεις και τραπεζικούς λογαριασμούς
Tax Scrutiny / Πότε ζητάει αποδείξεις η εφορία για μετρητά, καταθέσεις και τραπεζικούς λογαριασμούς

Tax Scrutiny / Πότε ζητάει αποδείξεις η εφορία για μετρητά, καταθέσεις και τραπεζικούς λογαριασμούς
Στο μικροσκόπιο των ελεγκτικών αρχών μπαίνουν πλέον καθημερινά τα μετρητά, οι καταθέσεις και οι τραπεζικοί λογαριασμοί χιλιάδων φορολογουμένων, με τους αυτοματοποιημένους μηχανισμούς να χτυπούν «καμπανάκι» για ύποπτες κινήσεις. Το μεγάλο ερώτημα που απασχολεί τους πολίτες είναι το πότε ζητάει αποδείξεις η εφορία και ποιες συναλλαγές θεωρούνται αδικαιολόγητες. Από τις ξαφνικές καταθέσεις μεγάλων ποσών χωρίς αντίστοιχο φορολογικό υπόβαθρο, μέχρι τη μεταφορά χρημάτων που δεν συμβαδίζει με τα δηλωθέντα εισοδήματα, ο ελεγκτικός μηχανισμός ξεκαθαρίζει τους κανόνες και ορίζει πότε το βάρος της απόδειξης πέφτει αποκλειστικά στον φορολογούμενο.
Σημαντικές διευκρινίσεις για τους φορολογικούς ελέγχους τραπεζικών λογαριασμών δίνει η υπ' αριθμ. 484/2026 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία καθορίζει ότι το βάρος απόδειξης για τον χρόνο επέλευσης της περιουσιακής προσαύξησης φέρει η φορολογική διοίκηση και όχι ο φορολογούμενος.
Το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο έκρινε ότι η εφορία μπορεί να χρησιμοποιεί τις τραπεζικές κινήσεις ως έμμεσες αποδείξεις ύπαρξης αδήλωτου εισοδήματος, όταν οι πιστώσεις σε λογαριασμούς δεν δικαιολογούνται από δηλωθέντα εισοδήματα ή άλλη επαρκώς τεκμηριωμένη πηγή.
Ωστόσο, ξεκαθαρίζει ότι δεν αρκεί ο φορολογούμενος να επικαλείται γενικά ότι διέθετε αποταμιεύσεις ή κεφάλαια προηγούμενων ετών.
Πρέπει να αποδεικνύει συγκεκριμένα ότι οι επίμαχες καταθέσεις προέρχονται από αυτά.
Παράλληλα, το ΣτΕ έβαλε «φρένο» στην πρακτική να αντιμετωπίζονται αυτομάτως ως νέα εισοδήματα τα εμβάσματα μεταξύ προσωπικών λογαριασμών. Σύμφωνα με την απόφαση, κρίσιμος χρόνος για τη φορολόγηση δεν είναι η ημερομηνία μεταφοράς των χρημάτων από έναν λογαριασμό σε άλλον, αλλά ο χρόνος κατά τον οποίο το ποσό εισήλθε για πρώτη φορά στην περιουσία του φορολογουμένου.
Ακολουθούν παραδείγματα που αποτυπώνουν τη σημασία της δικαστικής κρίσης:
Παράδειγμα 1
Φορολογούμενος λαμβάνει το 2018 αποζημίωση ύψους 100.000 ευρώ, την καταθέτει στην τράπεζα και το 2024 μεταφέρει τα χρήματα σε άλλο προσωπικό του λογαριασμό. Η μεταφορά του 2024 δεν αποτελεί νέα περιουσιακή προσαύξηση και δεν μπορεί να φορολογηθεί εκ νέου, αφού τα χρήματα είχαν ήδη εισέλθει στην περιουσία του το 2018.
Παράδειγμα 2
Φορολογούμενος εμφανίζει το 2025 κατάθεση 80.000 ευρώ και ισχυρίζεται ότι προέρχεται από αποταμιεύσεις πολλών ετών. Εάν δεν προσκομίσει στοιχεία, όπως παλαιότερες αναλήψεις, κινήσεις λογαριασμών ή άλλα αποδεικτικά έγγραφα που να συνδέουν το ποσό με τις αποταμιεύσεις αυτές, η Εφορία μπορεί να θεωρήσει το ποσό αδήλωτο εισόδημα.
Παράδειγμα 3
Ελεύθερος επαγγελματίας μεταφέρει 30.000 ευρώ από τον προσωπικό του λογαριασμό σε προθεσμιακή κατάθεση και λίγους μήνες αργότερα τα επιστρέφει στον αρχικό λογαριασμό. Οι κινήσεις αυτές δεν συνιστούν νέα εισοδήματα, καθώς πρόκειται για μεταφορά των ίδιων κεφαλαίων μεταξύ λογαριασμών του ίδιου προσώπου.
Οι έλεγχοι στους τραπεζικούς λογαριασμούς γίνονται πλέον με αυτοματοποιημένα συστήματα και η ανάγκη για δικαιολόγηση των χρημάτων αφορά όλο και περισσότερους πολίτες, με το όριο των μετρητών να «ξυπνά» τις ελεγκτικές αρχές και κινήσεις στους λογαριασμούς να απαιτούν επίσημα παραστατικά και αποδείξεις για να αποφύγετε τσουχτερά πρόστιμα και φόρους!!