TIF Announcements & Inflation: Οι εξαγγελίες της ΔΕΘ υπό το πρίσμα της ακρίβειας! Γιατί τα μέτρα λειτουργούν ως εκ των υστέρων αντιστάθμισμα και όχι ως λύση!

TIF Announcements & Inflation / Οι εξαγγελίες της ΔΕΘ υπό το πρίσμα της ακρίβειας! Γιατί τα μέτρα λειτουργούν ως εκ των υστέρων αντιστάθμισμα και όχι ως λύση!

TIF Announcements & Inflation: Οι εξαγγελίες της ΔΕΘ υπό το πρίσμα της ακρίβειας! Γιατί τα μέτρα λειτουργούν ως εκ των υστέρων αντιστάθμισμα και όχι ως λύση!

TIF Announcements & Inflation / Οι εξαγγελίες της ΔΕΘ υπό το πρίσμα της ακρίβειας! Γιατί τα μέτρα λειτουργούν ως εκ των υστέρων αντιστάθμισμα και όχι ως λύση!

Πίσω από τη λαμπερή βιτρίνα και το δημοσιονομικό πακέτο μέτρων που παρουσιάστηκε στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, αποκαλύπτεται η δομική αδυναμία των κυβερνητικών ανακοινώσεων να δώσουν ουσιαστική λύση στο «αγκαθωτό» πρόβλημα της καθημερινότητας: την ακρίβεια. Παρά τις φορολογικές ελαφρύνσεις και τις σταδιακές εισοδηματικές ενισχύσεις, οι εξαγγελίες της ΔΕΘ λειτουργούν περισσότερο ως εκ των υστέρων αντιστάθμισμα παρά ως ένας δραστικός μηχανισμός συγκράτησης και αποκλιμάκωσης των τιμών στα ράφια, την ενέργεια και τη στέγαση. Την ίδια ώρα που τα νοικοκυριά πιέζονται άμεσα από το κόστος διαβίωσης, οι περισσότερες παρεμβάσεις αναπτύσσονται σε βάθος χρόνου, αφήνοντας το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα απλήρωτο απέναντι στο κύμα της ακρίβειας.

Οι εξαγγελίες της ΔΕΘ και η ακρίβεια: Η αδύναμη πλευρά των ανακοινώσεων Μητσοτάκη

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι και το στεγαστικό.

Αν επιχειρήσει κανείς να αξιολογήσει με οικονομικούς και όχι επικοινωνιακούς όρους τις παρεμβάσεις ύψους 2,2 δισ. ευρώ που παρουσίασε χθες ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στη ΔΕΘ, πρέπει να ξεκινήσει από μία κρίσιμη διάκριση: άλλο η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος και άλλο η αντιμετώπιση της ακρίβειας. Οι δύο έννοιες συνδέονται, αλλά δεν ταυτίζονται. Και ακριβώς σε αυτή τη διάκριση βρίσκεται η βασική αδυναμία των κυβερνητικών εξαγγελιών.

Η φιλοσοφία του πακέτου είναι σαφής. Μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων, αυξήσεων μισθών και συντάξεων, μειώσεων εισφορών και στοχευμένων ενισχύσεων, η κυβέρνηση επιχειρεί να μεταφέρει μέρος του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις. Πρόκειται για μια πολιτική που μπορεί πράγματι να ενισχύσει το καθαρό διαθέσιμο εισόδημα και να προσφέρει ανακούφιση σε κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες που έχουν πιεστεί τα τελευταία χρόνια.

Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι αν αυτές οι παρεμβάσεις μειώνουν το επίπεδο των τιμών που αντιμετωπίζουν καθημερινά πολίτες και επιχειρήσεις. Και εδώ η απάντηση είναι ξεκάθαρη. Για ένα νοικοκυριό δεν έχει σημασία μόνο πόσα ευρώ εισπράττει στο τέλος του μήνα, αλλά πόσα αγαθά και υπηρεσίες μπορεί να αγοράσει με αυτά. Αυτό που τελικά καθορίζει το βιοτικό επίπεδο είναι το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα και, συνεπώς, η σχέση μεταξύ εισοδήματος και τιμών.

Εάν ένας εργαζόμενος λάβει μια αύξηση, αλλά την ίδια στιγμή εξακολουθεί να αντιμετωπίζει υψηλές τιμές στα τρόφιμα, στα ενοίκια, στην ενέργεια και στις υπηρεσίες, ένα σημαντικό μέρος της αύξησης απορροφάται από το αυξημένο κόστος ζωής. Το ίδιο συμβαίνει με ένα επίδομα ή μια φορολογική ελάφρυνση. Βελτιώνουν ασφαλώς την οικονομική θέση του δικαιούχου, δεν κάνουν όμως αυτομάτως φθηνότερο το καλάθι του σούπερ μάρκετ, τη στέγη ή τις καθημερινές υπηρεσίες.

Η βασική αδυναμία των εξαγγελιών ως απάντηση στην ακρίβεια

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η βασική αδυναμία των εξαγγελιών ως απάντηση στην ακρίβεια. Πρόκειται περισσότερο για έναν μηχανισμό αντιστάθμισης των συνεπειών της παρά για έναν μηχανισμό αποκλιμάκωσης των ίδιων των τιμών.

Ανάλογη είναι η εικόνα για τις επιχειρήσεις. Οι φορολογικές ελαφρύνσεις και η μείωση ορισμένων επιβαρύνσεων μπορούν να βελτιώσουν τη ρευστότητα και να δημιουργήσουν περισσότερο οικονομικό χώρο. Ωστόσο, το κόστος λειτουργίας μιας επιχείρησης δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη φορολογία. Εξαρτάται από την ενέργεια, τις πρώτες ύλες, τις μεταφορές, τα ενοίκια, το κόστος χρηματοδότησης και τις υπηρεσίες που αγοράζει. Εάν αυτά παραμένουν ακριβά, η πίεση στο κόστος παραγωγής συνεχίζεται και ένα μέρος της μετακυλίεται αναπόφευκτα στις τελικές τιμές.

Δημιουργείται έτσι ένας προβληματικός κύκλος. Οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος, μέρος του οποίου περνά στις τιμές. Οι καταναλωτές χάνουν αγοραστική δύναμη και το κράτος παρεμβαίνει εκ νέου με εισοδηματικές ενισχύσεις για να περιορίσει τις απώλειες. Εάν όμως δεν περιοριστούν οι παράγοντες που τροφοδοτούν το υψηλό κόστος, η οικονομική πολιτική κινδυνεύει να χρηματοδοτεί διαρκώς την προσαρμογή στην ακρίβεια αντί να δημιουργεί τις συνθήκες αποκλιμάκωσής της.

Ενδεικτική είναι η εξαγγελία για το ηλεκτρικό ρεύμα. Η πρωθυπουργική δέσμευσή για μείωση κατά 30% δεν αποτελεί έναν στόχο που τοποθετείται χρονικά έως το 2029. Επομένως, ενώ το ενεργειακό κόστος αποτελεί σήμερα έναν από τους βασικούς παράγοντες πίεσης τόσο του οικογενειακού προϋπολογισμού όσο και του κόστους λειτουργίας των επιχειρήσεων, η αποκλιμάκωση που εξαγγέλλεται μετατίθεται σε βάθος τριετίας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι και το στεγαστικό. Η οικονομική ενίσχυση ενός ενοικιαστή αυξάνει το διαθέσιμο εισόδημά του, αλλά δεν μειώνει από μόνη της το ενοίκιο. Αντίστοιχα, η ενίσχυση της δυνατότητας αγοράς κατοικίας μπορεί να διευκολύνει συγκεκριμένα νοικοκυριά, αλλά όταν η προσφορά κατοικιών παραμένει περιορισμένη, η πρόσθετη ζήτηση μπορεί να διατηρήσει την πίεση στις τιμές. Μια διαρθρωτική αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί επομένως και αύξηση της διαθέσιμης προσφοράς κατοικιών. Η αύξηση του φόρου μεταβίβασης από το 3% στο 15% για τους υπηκόους τρίτων χωρών είναι ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.

Υπάρχει, τέλος, και μια χρονική διάσταση. Η ακρίβεια αποτελεί σημερινό πρόβλημα, ενώ αρκετές παρεμβάσεις αναπτύσσονται σταδιακά σε βάθος χρόνου. Από δημοσιονομική άποψη αυτό μπορεί να είναι εύλογο. Για το νοικοκυριό όμως η πίεση είναι άμεση: ο σημερινός μισθός πρέπει να καλύψει το σημερινό ενοίκιο, τον σημερινό λογαριασμό ενέργειας και τις σημερινές τιμές των τροφίμων.

Συνεπώς, οι εξαγγελίες της ΔΕΘ πρέπει να αξιολογούνται για αυτό που πραγματικά μπορούν να πετύχουν.